Δυο τσιγάρα δρόμος
Τα μάτια μου πονούσαν απ’ την αντηλιά. Ακούμπησα κάτω το σάκο που λεπτό το λεπτό γινόταν βαρύτερος και περίμενα κάποιο αυτοκίνητο να φιλοτιμηθεί να με πάρει μαζί του. Σκούπιζα τον ιδρώτα στο μέτωπό μου με την ανάποδη της παλάμης.
Τα μάτια μου πονούσαν απ’ την αντηλιά. Ακούμπησα κάτω το σάκο που λεπτό το λεπτό γινόταν βαρύτερος και περίμενα κάποιο αυτοκίνητο να φιλοτιμηθεί να με πάρει μαζί του. Σκούπιζα τον ιδρώτα στο μέτωπό μου με την ανάποδη της παλάμης.
Περίμενε κάποια ώρα, μέχρι να σκοτεινιάσει τελείως. Πλησίασε προσεκτικά. Δεν ήθελε να τον δει κανένας εκεί. Είχε σκύψει το κεφάλι του μέσα στο γιακά του παλτού του. Ευτυχώς η είσοδος του κτιρίου δεν βρισκόταν σε κεντρικό σημείο και δεν υπήρχαν περαστικοί.
«Άνθρωπος στη θάλασσα. Άνθρωπος στη θάλασσα.»
Ακούστηκε μια φωνή. Θα ‘τανε γύρω στις δέκα.
Τρεις καμαρότοι έφτασαν δίπλα στην πηγή της πληροφορίας.
Πλησίασε στα κάγκελα του μπαλκονιού. Έριξε μια ματιά στο βαθύ μπλε του ουρανού, που ήταν ακόμα μακριά. Τα σύννεφα θα αργούσαν να φύγουν, να το φέρουν και εδώ.
Η νότια πλευρά της μικρής επαρχιακής πόλης φωτιζόταν κάθε τόσο από τις αστραπές μιας -συνηθισμένης για την εποχή- μπόρας. Οι δρόμοι είχαν αδειάσει λίγο πριν τα μεσάνυχτα.
Η Στέλλα Τριάντη προσπαθούσε να οδηγήσει το κορμί της ελπίζοντας σε καταφύγιο. Οι τιράντες της μπλούζας της αγκομαχούσαν από την προσπάθεια να τη κρατούν στη θέση της,
Τι μέρα ήταν; Άπλωσε το χέρι έξω από την κουβέρτα και ψαχούλεψε πάνω στο κομοδίνο. Ακούστηκαν διάφοροι ήχοι. Μάλλον ήταν διαφημίσεις που μόλις είχαν τελειώσει και τώρα άκουγε κάτι γνώριμες συγχορδίες.
Ανακάθισε στο κρεβάτι και έβγαλε ένα lucky strike απ’ το πακέτο δίπλα της. Το άναψε. Tο κορμί του γυμνό, κατευθυνόταν περήφανο προς στο μπάνιο. Κοίταξε τα ρούχα της, πεταμένα στην απέναντι καρέκλα, στο πάτωμα, κάπως ανακατεμένα με τα δικά του.
Τις περισσότερες φορές που άνοιγε την ντουλάπα της, η ματιά της σταματούσε στο παλτό. Το αγαπούσε αυτό το παλτό. Αγαπούσε τα υλικά που το είχαν φτιάξει, τη δεξιοτεχνία με την οποία είχε ραφτεί αυτή η γκρι τσόχα, συνδυασμένη με αυτή μεταξένια φόδρα στο χρώμα της μέντας και τα τέσσερα φιλντισένια κουμπιά. Η μόνη ατέλεια ήταν η ζώνη του.
Στεκόταν στην άκρη του δρόμου και την κοίταζε καθώς απομακρυνόταν. Θα μπορούσε να τη φωνάξει, να της ζητήσει να μην τον αφήσει, να την παρακαλέσει, να… μα, όλες οι λέξεις πέθαιναν πριν φτάσουν στα χείλη του.