Αφήγηση

Αφήγηση είναι μια πράξη επικοινωνίας με την οποία παρουσιάζεται προφορικά, ή γραπτά μια σειρά πραγματικών ή πλασματικών (επινοημένων) γεγονότων. Επομένως κάθε αφήγηση, ως πράξη επικοινωνίας. προϋποθέτει τουλάχιστον, δύο πρόσωπα: έναν πομπό/ αφηγητή και κάποιον στον οποίο απευθύνεται/ τον αποδέκτη. Ο αφηγητής φροντίζει να δώσει στον αποδέκτη τις απαραίτητες πληροφορίες για τον τόπο, το χρόνο, τα πρόσωπα και τα πιθανά αίτια ενός συμβάντος. Η έκταση της αφήγησης ποικίλλει μπορεί η αφήγηση να είναι πολύ εκτεταμένη ή να περιορίζεται σε μια μόνο φράση. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η ρήση του Καίσαρα “νeni, vιdi, vici” («ήρθα, είδα, νίκησα») που θεωρείται η συντομότερη αφήγηση. 

Είδη Αφήγησης

Υπάρχουν τρία είδη αφήγησης:

α) Η μυθοπλαστική αφήγηση, στην οποία κυριαρχεί ο κόσμος της φαντασίας και του μύθου.

β) Η ιστορική αφήγηση, η οποία συνδέεται με την παρουσίαση γεγονότων του πρόσφατου ή παλαιότερου παρελθόντος και συναντάται στην ιστορία.

γ) Η ρεαλιστική αφήγηση, η οποία συνδέεται με την παρουσίαση με σαφή και πειστικό τρόπο ρεαλιστικών γεγονότων.

Σε κάθε αφήγηση διακρίνουμε το αφηγηματικό περιεχόμενο (γεγονότα – πράξεις προσώπων που συνιστούν μια ιστορία) και την αφηγηματική πράξη (τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα από τον αφηγητή). Έτσι μπορούμε να έχουμε δύο αφηγήσεις με κοινό αφηγηματικό περιεχόμενο, στις οποίες όμως τα γεγονότα παρουσιάζονται με διαφορετικό τρόπο. Με άλλον τρόπο π.χ. έχει συνταχτεί η υπηρεσιακή έκθεση/ αναφορά ενός αστυνομικού για ένα φόνο και με άλλον τρόπο είναι γραμμένο το διήγημα που εμπνεύστηκε ένας συγγραφέας με αφορμή το ίδιο περιστατικό. Φυσικά κάθε αφήγηση χρησιμοποιεί και γλωσσική ποικιλία ανάλογη με τον αφηγητή και το κοινό (δέκτη / δέκτες) στο οποίο απευθύνεται.

Τα διάφορα είδη αφήγησης αποβλέπουν το καθένα σε ένα διαφορετικό σκοπό. Η λογοτεχνική (μυθοπλαστική) και η ιστορική αφήγηση εξυπηρετούν η καθεμιά τους γενικότερους στόχους της λογοτεχνίας και της ιστορίας αντίστοιχα. Ορισμένα είδη αφηγήσεων καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες της ζωής, όπως είναι η δημοσιογραφική είδηση, το ημερολόγιο, η μαρτυρική κατάθεση κτλ.

Τα αφηγηματικά είδη μπορούν να ενταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: στις αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων και στις αφηγήσεις πλασματικών γεγονότων.

Αφηγητής

Στις αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων συνήθως είναι φανερό ποιος αφηγείται. Σε μια μαρτυρική κατάθεση π.χ. ο αφηγητής είναι το ίδιο πρόσωπο που καταθέτει προφορικά ή γραπτά τη μαρτυρία του. Στην περίπτωση της λογοτεχνίας όμως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Ο αφηγητής και ο συγγραφέας είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα που δεν πρέπει να συγχέονται. Ο συγγραφέας είναι ένα πραγματικό πρόσωπο με αληθινή ζωή, υπάρχει έξω από το κείμενο. Αντίθετα, ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο του κειμένου που υπάρχει μόνο μέσα στο πλαίσιο του πλασματικού λόγου, είναι δηλαδή επινοημένος. Φυσικά, αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα μπορεί να υπάρχουν στον αφηγητή, όπως εξάλλου και σε όλα τα πρόσωπα του έργου.

Και στις δύο περιπτώσεις πάντως μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους αφηγητή, ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής του στα γεγονότα που αφηγείται:

α) ο αφηγητής συμμετέχει στα γεγονότα είτε ως πρωταγωνιστής είτε ως αυτόπτης μάρτυρας, π.χ. ο αφηγητής σε μία αυτοβιογραφία. Οπότε στο κείμενο επικρατεί το πρώτο πρόσωπο,

β) ο αφηγητής δε μετέχει καθόλου στα γεγονότα, π.χ. ο αφηγητής στο ιστορικό μυθιστόρημα κτλ., οπότε επικρατεί το τρίτο πρόσωπο.

Σε μια αφήγηση δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν. Αναγκαστικά γίνεται μια επιλογή γεγονότων, όπως στην περιγραφή γίνεται επιλογή λεπτομερειών. Η επιλογή αυτή εξαρτάται από την οπτική γωνία του προσώπου που κάνει την αφήγηση. Είναι, δηλαδή, ανάλογη με τη γνώση του αφηγητή για τα γεγονότα (άμεση ή έμμεση), τη συναισθηματική του φόρτιση, τον τρόπο που σκέφτεται, το αποτέλεσμα που επιδιώκει κτλ.

Ειδικά στην ανάλυση μιας λογοτεχνικής αφήγησης αναφερόμαστε συχνά στην οπτική γωνία του αφηγητή, δηλαδή στη θέση από την οποία παρατηρεί τα δρώμενα. Τη θέση αυτή την καθορίζει ο συγγραφέας και επομένως, η οπτική γωνία στη λογοτεχνία αποτελεί μια αφηγηματική τεχνική.

Αφηγηματική σκοπιά

Ο συγγραφέας επιλέγει συνήθως μια από τις εξής δύο δυνατότητες αφηγηματικής σκοπιάς:

α) αφήγηση με μηδενική εστίαση: πρόκειται για αφήγηση χωρίς συγκεκριμένη οπτική γωνία από έναν παντογνώστη αφηγητή.

β) αφήγηση με εσωτερική εστίαση: πρόκειται για αφήγηση από την οπτική γωνία ενός προσώπου, με περιορισμένη γνώση των γεγονότων.

 Στην πρώτη περίπτωση ο αφηγητής γνωρίζει τα πάντα για τα πρόσωπα της αφήγησης, ακόμα και τις πιο μύχιες σκέψεις τους. Θα λέγαμε λοιπόν ότι πρόκειται για έναν αφηγητή – Θεό που βλέπει τον κόσμο από παντού, όχι από ένα συγκεκριμένο σημείο. Έτσι, η απόλυτη γνώση του ισοδυναμεί με έλλειψη συγκεκριμένης οπτικής γωνίας (εστίαση μηδέν). Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση έχουμε αφήγηση από την οπτική γωνία ενός προσώπου της ιστορίας (εσωτερική εστίαση) που έχει γνώση περιορισμένη.

Πολύ συχνά ο συγγραφέας αξιοποιεί στο ίδιο έργο και τις δύο δυνατότητες αφηγηματικής σκοπιάς. Πώς; Μεταβάλλοντας την οπτική γωνία και τον αφηγητή σε διάφορα μέρη της αφήγησης, ανάλογα με το τι θέλει να μεταδώσει κάθε φορά στον αναγνώστη.

Ο συγγραφέας μπορεί να παρουσιάσει την ιστορία του με δυο αφηγηματικούς τρόπους: την αφήγηση και το διάλογο. Στην αφήγηση διηγείται ο ίδιος τα γεγονότα και μεταδίδει με πλάγιο τρόπο τα λεγόμενα των ηρώων του. Στο διάλογο δίνει το λόγο στους ήρωές του, δείχνοντας έτσι τα γεγονότα να συμβαίνουν, όπως κάνει και ο θεατρικός συγγραφέας. Η εναλλαγή και ο συνδυασμός αυτών των δυο αφηγηματικών τρόπων δίνουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε αφήγησης.

Στα αφηγηματικό λογοτεχνικό κείμενα (διήγημα, μυθιστόρημα κτλ.) ο συγγραφέας δεν περιορίζεται στην περιγραφή των γεγονότων, αλλά συχνά τα παρουσιάζει να ξετυλίγονται μπροστά μας. Στην προσπάθειά του αυτή χρησιμοποιεί το μονόλογο και το διάλογο, που αποτελούν τα βασικά μέσα, για να πετύχει την αναπαράσταση των γεγονότων (δραματικότητα) και να προσδώσει ζωντάνια στην αφήγηση.

Αφηγηματικός χρόνος 

α) Ο χρόνος του πομπού, του δέκτη, των γεγονότων

Βασικό στοιχείο της αφήγησης είναι ο χρόνος. Με βάση το δεδομένο ότι η αφήγηση είναι μια πράξη επικοινωνίας, στην οποία ο πομπός είναι το πρόσωπο που αφηγείται (ομιλητής ή συγγραφέας) και δέκτης το πρόσωπο που δέχεται την αφήγηση (ακροατής ή αναγνώστης), μπορούμε να διακρίνουμε τους εξής χρόνους:

  • το χρόνο του πομπού (δηλαδή την εποχή κατά την οποία ζει και στέλνει το μήνυμά του ο πομπός),
  • το χρόνο του δέκτη (δηλαδή την εποχή κατά την οποία ζει και δέχεται το μήνυμα ο δέκτης), και
  • το χρόνο των γεγονότων (την εποχή/ χρονική στιγμή κατά την οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα της αφήγησης).

Για παράδειγμα θεωρείται ότι στα ομηρικά έπη ο χρόνος του πομπού είναι ο 8ος  αι. π.Χ., και ο χρόνος των γεγονότων ο 12ος  αι. π.Χ. Ο χρόνος του δέκτη βέβαια μπορεί να είναι οποιαδήποτε εποχή.

β) Ο χρόνος της ιστορίας και ο χρόνος της αφήγησης 

Ακόμη, πρέπει να αναφερθούμε και σε δύο εσωτερικούς/ εσωκειμενικούς χρόνους, το χρόνο της ιστορίας και το χρόνο της αφήγησης. Χρόνο της ιστορίας ονομάζουμε το χρόνο μέσα στον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορία (story) της αφήγησης. Με το χρόνο αυτό εννοούμε τη φυσική διαδοχή των γεγονότων. Ο χρόνος της ιστορίας παρουσιάζεται στην αφήγηση με διάφορους τρόπους και έτσι προκύπτει ο χρόνος της αφήγησης. Ο χρόνος της αφήγησης γενικά δε συμπίπτει με το χρόνο της Ιστορίας. Τα γεγονότα παρουσιάζονται στην αφήγηση συνήθως με διαφορετική χρονική σειρά, διάρκεια και συχνότητα απ’ ό,τι διαδραματίζονται στην ιστορία.       

Αν συγκρίνουμε το χρόνο της αφήγησης με το χρόνο της ιστορίας ως προς τη χρονική σειρά, παρατηρούμε ότι, ενώ τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια χρονική ακολουθία, ο αφηγητής συχνά παραβιάζει τη χρονική σειρά, και προκύπτουν έτσι οι λεγόμενες αναχρονίες. Δηλαδή, άλλοτε κάνει αναδρομικές αφηγήσεις (flash back), που αναφέρονται σε γεγονότα προγενέστερα από το σημείο της ιστορίας στο οποίο βρισκόμαστε σε μια δεδομένη στιγμή και άλλοτε κάνει πρόδρομες αφηγήσεις, που αφηγούνται / ανακαλούν εκ των προτέρων γεγονότα τα οποία θα διαδραματιστούν αργότερα.

Συγκρίνοντας το χρόνο της αφήγησης με το χρόνο της ιστορίας, ως προς τη διάρκεια μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής περιπτώσεις:

α) Ο χρόνος της αφήγησης έχει μικρότερη διάρκεια από το χρόνο της ιστορίας (χ.αφ.<χ.ιστ.), όταν ο αφηγητής συμπυκνώνει το χρόνο και παρουσιάζει συνοπτικά, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι επιταχύνεται ο ρυθμός της αφήγησης.

β) Ο χρόνος της αφήγησης έχει μεγαλύτερη διάρκεια από το χρόνο της ιστορίας (χ.αφ.>χ:ιστ.), όταν ο αφηγητής απλώνει / παρατείνει το χρόνο και παρουσιάζει αναλυτικά ένα γεγονός που διαρκεί ελάχιστες στιγμές. Με αυτό τον τρόπο επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης. Η συμπύκνωση και το άπλωμα του χρόνου εξαρτάται από την ιεράρχηση των γεγονότων και το σκοπό της αφήγησης. Ο αφηγητής παρουσιάζει τα λιγότερο σημαντικά γεγονότα συνοπτικά με τη συμπύκνωση του χρόνου. Αντίθετα, εστιάζει την προσοχή του αναγνώστη σε αυτά που θεωρεί περισσότερο σημαντικά με την παράταση της χρονικής διάρκειας.

γ) Ο χρόνος της αφήγησης έχει την ίδια διάρκεια με το χρόνο της ιστορίας (χ.αφ = χ.ιστ.), οπότε έχουμε τη λεγόμενη «σκηνή», που συχνά είναι διαλογική.

Τέλος, παρατηρούμε ότι ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να διαφέρει από τον πραγματικό χρόνο και ως προς τη συχνότητα, π.χ. υπάρχει η περίπτωση ένα γεγονός που συνέβη μια φορά να παρουσιάζεται στην αφήγηση περισσότερες από μια φορές. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πανομοιότυπη επανάληψη’ παρουσιάζεται επανειλημμένα το ίδιο γεγονός, αφηγημένο όμως κάθε φορά με  διαφορετικό τρόπο, ύφος, προοπτική.

Κύριος χρόνος της αφήγησης είναι ο αόριστος, που ως συνοπτικός χρόνος είναι κατάλληλος για να δηλωθεί η εξέλιξη, η αλλαγή που αναπαριστά η αφήγηση. Χρησιμοποιείται και ο παρατατικός. Επίσης συχνά χρησιμοποιείται και ο ιστορικός ενεστώτας στη θέση του αορίστου, για να δοθεί ζωντάνια στην αφήγηση.

Περιγραφή και αφήγηση 

α) Διάκριση της περιγραφής από την αφήγηση. 

Η περιγραφή απεικονίζει με το λόγο τα βασικό γνωρίσματα ενός αντικειμένου. Το αντικείμενο αυτό παρουσιάζεται στατικό μέσα στο χώρο ενώ ο χρόνος φαίνεται να έχει «παγώσει». Αυτό συμβαίνει ακόμη και στην περίπτωση ενός κινούμενου αντικειμένου, οπότε η περιγραφή απεικονίζει το αντικείμενο που κινείται και όχι την ενέργεια της κίνησης με τα αίτια και τις συνέπειές της.

Αντίθετα στην αφήγηση ένα πρόσωπο / πράγμα / ομάδα / ιδέα παρουσιάζεται δυναμικό, καθώς ενεργεί, κινείται ή μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο. Επομένως η αφήγηση σχετίζεται με την εξέλιξη των γεγονότων και αναφέρεται στις αιτίες και τα αποτελέσματα τους.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η περιγραφή ανήκει στα στατικό στοιχεία ενός κειμένου, ενώ η αφήγηση στα δυναμικό. Η πρώτη μας δίνει πληροφορίες σχετικά με το «είναι» και η δεύτερη με το «γίγνεσθαι» των πραγμάτων.

β) Η περιγραφή μέσα στην αφήγηση. 

Η αφήγηση και η περιγραφή συνδέονται στενά. Μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο κείμενο ή ακόμα και στην ίδια περίοδο, π.χ. «Χίμηξε μέσα στην κοιλάδα (αφήγηση)/ «ασυγκράτητο τέρας οργισμένο από… σύγκορμο» (περιγραφή). Όταν ο συγγραφέας παρεμβάλλει μια περιγραφή σε ένα αφηγηματικό κείμενο επιδιώκει ορισμένους από τους παρακάτω στόχους:

  • Να σκιαγραφήσει τα πρόσωπα, να στήσει το σκηνικό της δράσης και γενικά να φωτίσει την αφήγηση με διάφορες άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες.
  • Να πετύχει τη μετάβαση από το ένα αφηγηματικό μέρος στο άλλο.
  • Να προκαλέσει αγωνία και αναμονή (suspense) στον αναγνώστη με την επιβράδυνση της δράσης, αφού με την περιγραφή φαίνεται ότι σταματάει ο αφηγηματικός χρόνος.
  • Να προσφέρει αισθητική απόλαυση στον αναγνώστη.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!
Κύλιση στην κορυφή