Συνάντηση

Πλησίαζε έξι. Σε λίγη ώρα θα έπρεπε να φύγει. Η κίνηση στον κεντρικό δρόμο δεν έλεγε να σταματήσει. Αν και μέσα από τον περίφρακτο χώρο, μπορούσε να ακούσει τη βιασύνη των οδηγών. Μια ακόμα μέρα έφτανε στο τέλος της. Όλοι αυτοί εκεί έξω επέστρεφαν. Γυρνούσαν σε κάποιον. Είτε το αποκαλούσαν οικογένεια, είτε απλά “σπίτι”. συνάντηση

Εκείνη ήταν εδώ. Καθόταν σε ένα πέτρινο κάθισμα, αφήνοντας τα λίγα δέντρα του χώρου πίσω της.. Ήταν άβολο, αλλά δεν είχε πολλές επιλογές. Άλλωστε δεν την ενοχλούσε αυτό. Μάλιστα, ίσως να μην της είχε περάσει καν απ’ το μυαλό. Λίγο πιο πέρα βρισκόταν ένας άντρας. Νεαρός στα μάτια της. Δεν μιλούσαν. Όχι πια. Είχαν πολλά να πουν, αλλά οι λέξεις ήταν λίγες. Θυμήθηκε τη μέρα που γνωρίστηκαν. «Δημήτρης» είχε πει και πρότεινε το χέρι του.

Οι αριθμοί μπορούσαν να μετρήσουν πριν πόσο καιρό είχε συμβεί αυτό. Η ίδια αδυνατούσε. Τι σημασία είχε; Ακόμα ήθελε να τον νιώθει δίπλα της, να ακούει τη φωνή του, αυτά που είχε να της πει…

Είχε αρχίσει να βάζει ψύχρα. Κάτι είχε ακούσει στην τηλεόραση, πριν φύγει από το σπίτι. Κάτι για βροχές στα δυτικά. “Πάει ακόμα ένα καλοκαίρι.” Και εκείνη εδώ, δίπλα σε έναν άντρα που ήταν δικός της. Κάποτε, για πάντα. Δεν ήθελε κάτι παραπάνω από το να της κρατήσει το χέρι.

Μάταια αναμονή… Στύλωσε τα μάτια στο χώμα. Οι παλάμες της έσφιγγαν ένα κουτί, όχι ακριβό, ούτε πολύ παλιό. Ένα απλό ξύλινο κουτί, με μηδαμινή εμπορική αξία. “Ότι αγαπάς δεν τελειώνει, κι εγώ ακόμα σ’ αγαπώ,” σκέφτηκε. Κάπου το είχε ακούσει. Σε ένα τραγούδι μάλλον. Μειδίασε κοιτάζοντας το περιεχόμενο του κουτιού. Παλιές φωτογραφίες, μια βέρα, μερικές κάρτες… Όση ύλη από εκείνους είχε μείνει ακόμα ανέπαφη. Σκέφτηκε να του τα αφήσει.

Οι αριθμοί μπορούσαν να μετρήσουν τριάντα έξι χρόνια γάμου. Σκέψεις… Αισθήματα… Όνειρα… Πόσα ήθελε να του πει κι εκείνη τη μέρα, όπως όλες όσες είχαν προηγηθεί. Αν έβρισκε τις λέξεις…

Ψιχάλες ήταν αυτή η υγρασία ή μήπως άρχισε να κλαίει; Έβαλε το κουτί πίσω στην τσάντα της. Θα ερχόταν πάλι αύριο, να του πει όσα δεν του είπε σήμερα. Τα καθημερινά, για το μεγάλο τους, που πήρε αύξηση στη δουλειά και για αυτά που δεν άλλαζαν, πόσο πολύ τον αγαπάει και πόσο της έχει λείψει. Θα ερχόταν να του πει και για την τράπεζα, που τα παιδιά κοντεύουν να αποπληρώσουν και να μην ανησυχεί, ούτε να νιώθει άσχημα. Η ζωή τα ‘φερε έτσι. Δεν έφταιγε εκείνος. Κανείς δεν τον κατηγόρησε, ούτε για μια στιγμή.

Η ώρα ήταν πια περασμένη. Θα ερχόταν πάλι αύριο και κάθε μέρα, για όσο τη βαστούν τα πόδια της. Του το είχε υποσχεθεί, λίγο πριν το τέλος. Το έφερνε στο νου της ξανά και ξανά, σαν να ήταν χθες. Καθόταν δίπλα του, εκεί στο κρεβάτι και του κρατούσε το χέρι. Δυο χρόνια ταλαιπωρήθηκαν. Εκείνος πιο πολύ.

συνάντηση

Αρχική δημοσίευση συνάντηση

Άφησε σχόλιο

Απάντηση

Ιστορικό

Επιλέξτε Κατηγορία

error: Content is protected !!
Αρέσει σε %d bloggers: